🪶 Το μυαλό του πέταξε ἀπό πάνω του τὸν ὕπνο, στρώση στρώση, και οχυρώθηκε ενάντια στην ψυχρή επίθεση της συνείδησης. | JOHN WILLIAMS
[Travelling Europe 2026]
Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του JOHN WILLIAMS «MONO H NYXTA»
🪶Αλλὰ ἤξερε ὅτι δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐνεργήσει μὲ τὴ θέλησή του. Ἦταν ἀκόμη στὸ ἔλεος τῆς νοημοσύνης τοῦ ὀνείρου, καὶ μέχρις ὅτου αὐτὴ ἡ νοημοσύνη νὰ ἐπιθυμήσει ἕνα πράγμα, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει.
🪶Ἔβλεπε το προσωπεῖο τῆς συναναστροφῆς, τὸ ψεύτικο, περιττό χαμόγελο ποὺ ἦταν μια σύντομη ἐπίδειξη της στοματικῆς κοιλότητας ἡ ὁποία ἔδειχνε τὰ ὑγρὰ ροδαλά οὖλα, φρεσκοβουρτσισμένα, τὸ γαλαζωπό σμάλτο τῶν ὀδοντιατρικῶν δοντιῶν — τὴ βλοσυρή μυϊκή σύσπαση ποὺ κάρφωνε τὸ πρόσωπο σ’ ἕνα δίκτυο ἀπὸ μορφασμοὺς καὶ ρυτίδες, ἕνα ανατομικό πείραμα σχεδιασμένο νὰ ἀσκεῖ γοητεία.
🪶Ὅμως ἡ ἰδιαίτερη περίσταση τοῦ ὀνείρου εἶναι ὅτι
ὁ ὀνειρευόμενος στερεῖται ἐξουσίας.
Ἂν καὶ συχνὰ φαίνεται πὼς εἶναι προικισμένος μὲ τεράστιες ἱκανότητες,
ἱκανότητες ἀδιανόητες στὴν ἐγρήγορση, ἂν ὁ ὀνειρευόμενος
μποροῦσε ἁπλῶς νὰ ἐξετάσει τὸ ὀνειρικό μυαλό του, νὰ ἐξερευνήσει τὸν ὀνειρικό κόσμο του, θὰ καταλάβαινε ὅτι ἡ μόνη δύναμη που διαθέτει εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐξυπηρετεῖ
τὸ ὄνειρο, την κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται. Ὁ ίδιος εἶναι τὸ ἐργαλεῖο ἑνὸς σκοτεινοῦ φαρσέρ,
ἑνὸς βλοσυροῦ γελωτοποιοῦ ποὺ δημιουργεῖ κόσμους μέσα στον κόσμο, ζωὲς μέσα στὴ ζωή, ἐγκεφάλους μέσα στὸν ἐγκέφαλο. Ὅλη ἡ
ψευδαίσθηση τῆς δύναμής του προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν φαιδρὸ σκηνοθέτη,
τὸ καπρίτσιο τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ προσδίδει καὶ νὰ ἀφαιρεῖ.
🪶 Γιατὶ ἦταν ὄντως ἀπαρατήρητος και μόνος, καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἤξερε. Τὸ ὄνομά του θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀνακαλέσουν κάποιοι λίγοι… κι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Τὰ βασικά, οὐσιώδη γεγονότα τῆς ζωῆς του δεν περιλαμβάνονταν στις γνώσεις κανενὸς ἀνθρώπου ἐδῶ. Δὲν θεωρήθηκαν ἀρκετὰ σημαντικὰ γιὰ νὰ ἐξεταστοῦν, πόσο μᾶλλον για να διερευνηθοῦν. Γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας θόρυβος χωρίς νόημα, μιὰ ἔκρηξη χωρὶς ἀναστάτωση.
🪶 Το μυαλό του πέταξε ἀπό πάνω του τὸν ὕπνο, στρώση στρώση, καὶ ὀχυρώθηκε ἐνάντια στὴν ψυχρὴ ἐπίθεση τῆς συνείδησης.
🪶 Στὴ συνέχεια, κοιτάζοντας τὸν καθρέφτη, παρατήρησε ξανὰ τὸ πρόσωπό του. Τὸ μελέτησε αργά, ἀπρόσωπα. Δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ πρόσωπό του. Μέχρι ἑνός σημείου, μποροῦσε νὰ τὸ ἀντιπαθεῖ χωρὶς πάθος, χωρὶς συναίσθημα, σὰν νὰ ἀνῆκε σὲ κάποιον ἄλλον. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν μποροῦσε νὰ διατηρήσει τὴν ἀποστασιοποίησή του. Πάντα ἄρχιζε νὰ σιγοκαίει μέσα του ἡ ἀγανάκτηση γιὰ ὅ,τι ἦταν ὑπεύθυνο γι’ αὐτὴ τὴν ἐξωτερικὴ παραποίηση τοῦ ἐσωτερικοῦ του ἑαυτοῦ. Δὲν ἦταν δίκαιο. Μὲ τὸ ἕνα του δάχτυλο ζούληξε τὴ σάρκα τοῦ προσώπου του, παρατηρώντας τὴν περίεργη ἀντίθεση ἀνάμεσα στὰ λεπτά, νευρώδη χέρια του καὶ στὸ χλομό, ἐντελῶς συνηθισμένο, ἀρυτίδωτο δέρμα τοῦ προσώπου του, τὸ ὁποῖο θὰ ὄφειλε να λάμπει, ἀλλὰ δὲν ἔλαμπε, μὲ τὴ λάμψη τῆς νιότης. Γέλασε μὲ τὴν εἰκόνα του στον καθρέφτη. Τράβηξε τὰ κόκκινα χείλη του πρὸς τὰ πίσω, φανέρωσε τὰ δόντια του καὶ γέλασε προκλητικά. Μετὰ σὰν νὰ συνῆλθε, κοίταξε τὸν ἑαυτό του γιὰ λίγο ἀκόμη, ἀφηρημένα, σὰν νὰ εἶχε χάσει κάθε ἐνδιαφέρον.
🪶 Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν δρόμο μέσα ἀπὸ τὰ τζάμια τοῦ καφενείου καὶ τοῦ φάνηκε πὼς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου κι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ σκοτεινιὰ ποὺ τὸν τύλιγε ἦταν δύο ἀντίπαλοι, ποὺ προσπαθοῦσαν ὁ ἕνας νὰ ὑπερνικήσει τὸν ἄλλον μὲ ὅπλα ἐξίσου ἰσχυρά, τόσο ὥστε νὰ μὴν μποροῦν νὰ ἀλληλοκαταστραφοῦν. Εἶχε ἐμπλακεῖ κι αὐτὸς σ’ αὐτὴ τὴ μάχη – ἂν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐμπλακεῖ.
🪶 Οὔτε ἦταν οἶκτος, γιατὶ ὑπῆρχαν ἐπίσης στιγμὲς ποὺ συνειδητὰ τὸν ζήλευε γιὰ τὴν ἐπιφανειακότητά του, ἡ ὁποία ἰσοδυναμοῦσε μὲ άτρωτη πανοπλία.
🪶 «Μερικές φορές σκέφτομαι ὅτι πρέπει νὰ σταματήσω, νὰ τὰ παρατήσω, νὰ τὰ παρατήσω όλα. Νὰ μείνω γιὰ λίγο ἀκίνητος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει νόημα. Τὸ δοκίμασα μιὰ φορά. Ἂν δὲν εἶχα ξεκινήσει ποτέ, θὰ ἦταν διαφορετικά. Ἀλλὰ ἂν ἀρχίσεις να τρέχεις, δὲν μπορεῖς νὰ σταματήσεις».
🪶 «Τί μπερδεμένο χάος ποὺ κάνουμε τις ζωές μας». Ἔκανε μια παύση. «Δὲν ὑπῆρξα πολὺ καλὸς πατέρας, ἔτσι δὲν εἶναι, Ἄρτ; Ἂν ἤξερα… Βλέπεις, ἤμουν νέος, ὄχι στὰ χρόνια, ἀλλὰ στὰ πιὸ σημαντικά. Ὑπῆρχαν τόσο πολλὰ ποὺ δὲν σταμάτησα ὰ τὰ σκεφτῶ, νὰ τὰ καταλάβω. Ὅμως αὐτὰ εἶναι δικαιολογίες. Εἶναι, καὶ ἦταν, δικό μου τὸ λάθος, ὑποθέτω. Τὸ πράγμα ξεκίνησε στραβὰ καὶ τὸ ἄφησα νὰ πάει στραβὰ γιὰ τόσο πολὺ καιρὸ πού… Λοιπόν, δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ διορθώσουμε. Ἂν στὴν ἀρχὴ ἤμουν λιγάκι σοφότερος ἢ λίγο πιὸ εὐγενικός, ἤ… ἂν ἤξερα, τότε, ὅσα ξέρω τώρα! Θεέ μου, αναρωτιέμαι πόσοι ἄνθρωποι τὸ ἔχουν πεῖ αὐτό. Αλλά….. ἂν ἤξερα, τὰ πράγματα θὰ μποροῦσαν νὰ ἦταν διαφορετικά, ἔτσι δὲν εἶναι;»
🪶 Δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ εἶσαι μόνος ὅταν δὲν εἶσαι ἀρκετὰ δυνατὸς γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσεις τις σκέψεις σου. Μπορεῖς νὰ τὸ ἀντέξεις μέχρις ἕνα σημεῖο, και μετά… μετὰ δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ εἶσαι μόνος. Πρέπει νὰ κάνεις κάτι, ὅσο ἀνόητο κι ἂν εἶναι. Πρέπει να κάνεις τὸν ἑαυτό σου νὰ πιστέψει ὅτι δὲν εἶσαι μόνος, ἀκόμα κι ἂν εἶσαι».
🪶 Εκείνη κόλλησε πάνω του, καὶ κινοῦσαν τὰ σώματά τους (δὲν ὑπῆρχε χῶρος γιὰ νὰ κουνήσουν τὰ πόδια τους) στὸν οἰκεῖο ρυθμὸ τῆς μουσικῆς. Τώρα, σκέφτηκε ἐκεῖνος, εἶμαι κι ἐγὼ μιὰ ἀπὸ τὶς μαριονέτες. Τώρα κινοῦμαι κι ἐγὼ ἀπὸ ἀόρατα νήματα· τώρα ποὺ κατέβηκα στὸ λάκκο, εἶμαι ἕνας ἀπὸ αὐτούς.
🪶 «Ποτὲ δὲν περνάω καλά. Καταλαβαίνεις τί ἐννοῶ; Δὲν διασκεδάζω πολύ. Ὅμως ἀπόψε, τώρα, διασκεδάζω. Δὲν ἔχω ξαναδιασκεδάσει τόσο πολὺ ἀπὸ τότε που θυμᾶμαι τὸν ἑαυτό μου». Κούνησε λυπημένα το κεφάλι του. «Είναι ὅλα ἐξαιτίας σου. Ἂν δὲν ἤσουν ἐσὺ ἀπόψε, ἐγώ… Εὔχομαι νὰ μποροῦσαν ὅλα νὰ συνεχίσουν ἔτσι. Καὶ ὅλα εἶναι ἐξαιτίας σου».
Σταμάτησε, ἔγειρε πίσω στὴν καρέκλα του, τὸν ἔκαιγε μια μανιασμένη ἀλλὰ εὐχάριστη ντροπαλοσύνη, τὸ ὁμιλοῦν μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του ἐμφανῶς ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ λόγια καὶ τὴν εἰλικρίνειά τους. Όμως ένα άλλο κομμάτι του, ὁ ἀκροατής, ὁ ἀποστασιοποιημένος, καιγόταν ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ εἶδος ντροπῆς καθὼς συνειδητοποιοῦσε τὴν ἀνεπάρκεια καὶ τὴν ἀδεξιότητα αὐτῶν ποὺ ἔλεγε.
🪶 Αὐτὸ ἦταν τὸ πράγμα ποὺ ἔφερνε τοὺς ἄντρες και τὶς γυναῖκες κοντά: ὄχι ἡ συνάντηση μυαλῶν ἢ πνευμάτων, ὄχι ἡ ἕνωση τῶν σωμάτων στὴ σκοτεινή τρέλα τῆς συνουσίας – τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἦταν ἡ μικρὴ μικρὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ ἕνας δεσμός,
ἕνας δεσμός πιο εὔθραυστος κι ἀπὸ τὴν πιὸ λεπτὴ δαντελένια κορδέλα. Γι’ αὐτὸ ἀγωνίζονταν μαζί, ἀδιάκοπα, καὶ πάντοτε πραγματικὰ μόνοι· γι’ αὐτὸ ἀγαποῦσαν καὶ μισοῦσαν, συνέλεγαν καὶ διασκόρπιζαν. Μονάχα γι᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ κλωστὴ ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ
νὰ δοκιμάσουν νὰ τεντώσουν ἀπὸ τὸν φόβο τῆς καταστροφῆς της, μόνο γι’ αὐτὴ τὴ λεπτή κλωστὴ ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ τὴ δέσουνε σφιχτὰ
ἀπὸ φόβο μήπως κοπεῖ στὰ δυό. Πόσο μόνοι εἴμαστε, σκέφτηκε. Πόσο, πάντοτε, μόνοι.
🪶 Δὲν μποροῦσε νὰ προσδιορίσει ἀκριβῶς τὸν λόγο τῆς
ἀπουσίας της – ἴσως νὰ μὴν τὸν εἶχε μάθει ποτέ πραγματικά.
Τὸ γεγονὸς καὶ μόνον τῆς ἀπουσίας της καθιστοῦσε
τὸν λόγο αὐτῆς ἀσήμαντο.
#Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading
#inkday #bookillustration #illustration
#sketching #art
Sherazade, ink 1979
[…]Σχέσεις ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει πάνω και σε ό,τι συμβαίνει κάτω. Έπρεπε να βρεθείς σε έναν ενδιάμεσο χώρο ούτε πολύ κολλημένος στη γη ούτε πολύ κοντά στον ουρανό για να τις δεις. […] | ΜΑΡΙΑ ΧΟΣΕ ΦΕΡΑΔΑ
Αξιοσημείωτα από το βιβλίο « Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΠΙΝΑΚΙΔΑ» της ΜΑΡΙΑ ΧΟΣΕ ΦΕΡΑΔΑ
🪶Η ιστορία της ανθρωπότητας θα δείξει ότι αυτοί που βρίσκονται στην αρχή και στο τέλος του καταλόγου, δηλαδή όσοι γελούν κι όσοι σιωπούν, καταλήγουν να ‘ναι οι πιο επικίνδυνοι. Όμως αυτή η ιστορία δεν μας πολυενδιαφέρει εδώ, οπότε, προς το παρόν, κι ενώ τα κεφάλια ξεπροβάλλουν από τα παράθυρα των πολυκατοικιών «απλώς για να δουν», στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα το ανησυχητικό.
🪶Οικογένεια. Εκείνο τον καιρό περίπου αποφάσισα ότι έτσι θα λέγεται η ταινία που θα κάνω κάποτε, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές θα καταλήξουμε λιπόθυμοι κάτω από ένα τραπέζι επειδή θα έχουμε πιει ένα παχύρρευστο, ζαχαρώδες υγρό. «Αγάπη» θα είναι η λέξη που θα εμφανίζεται γραμμένη στην ετικέτα του μπουκαλιού, στην οποία θα εστιάσει η κάμερά μου λίγο πριν από τη λέξη «Τέλος».
🪶Μερικές μέρες αργότερα, ενώ η μητέρα του φούσκωνε τα μπαλόνια, ένιωθε πως δεν άδειαζαν μόνο οι πνεύμονές της αλλά και η καρδιά της: Τι θα γινόταν αν δεν ερχόταν κανένας; Θα σήμαινε πως ο Ραμόν, στα οχτώ του χρόνια, είχε αποτύχει ως παιδί; Έφταιγε εκείνος; Ή, ακόμα χειρότερα, εκείνη; Δεν χρειάστηκε να ψάξει για απαντήσεις, γιατί οι καλεσμένοι ήρθαν. Και έπαιξαν, γέλασαν, μέχρι που έσπασαν και μια πινιάτα. Καθώς τους άκουγε, η μητέρα του θυμόταν τη μέρα που είχε έρθει από τον Νότο με τον Ραμόν στην αγκαλιά της, σε ένα από τα κτίρια αυτής εδώ της συνοικίας. Γιατί, παρόλο που τα διαμερίσματα ήταν μικρά, σε ορισμένες αλλόκοτες περιπτώσεις η καρδιά ήταν μεγάλη και οι οικογένειες που ήταν ήδη στριμωγμένες υποδέχονταν άλλους, που βολεύονταν όπως όπως.
🪶Το αλκοόλ; Το γνώρισε στην εφηβεία του. Τίποτα το αξιοσημείωτο. Ή μάλλον ναι. Το αλκοόλ ήταν μια ωφέλιμη ανακάλυψη, ένα φράγμα ανάμεσα σ’ αυτόν και στον θόρυβο. Και, όπως όλοι οι αλκοολικοί του κόσμου, ήταν σίγουρος ότι θα το έκοβε όποτε ήθελε.
🪶Σχέσεις ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει πάνω και σε ό,τι συμβαίνει κάτω. Ο Ραμόν ήταν σίγουρος πως υπήρχαν. Τριάντα έξι χρόνια του πήρε να βρει το παρατηρητήριο που χρειαζόταν για να συνεχίσει την αναζήτηση της σιωπής που είχε διακόψει στα εννιά του χρόνια. Ένα παρατηρητήριο και επίσης μια δουλειά που, χωρίς να του τρώει χρόνο, του επέτρεπε να αγοράσει ένα καλό παλτό και του εξασφάλιζε ένα πιάτο ρύζι. Και την μπίρα του. Υπήρχαν νήματα, εξηγούσε. Λεπτά νήματα που συνέδεαν τα πράγματα. Ένα πρωί διάλεγες τα μπλε σου παπούτσια και, ακριβώς τη στιγμή που τα έδενες, ένας αστρονόμος ανακάλυπτε ένα δυο αστέρια φασματικού τύπου που, λόγω της υψηλής επιφανειακής τους θερμοκρασίας, έλαμπαν με ένα γαλαζωπό χρώμα. Είχε παίξει κάποιο ρόλο η επιλογή σου; Με άλλα λόγια, μήπως ήταν αυτή η ανακάλυψη (σου θυμίζω: γαλάζια άστρα) το κοσμικό και φασματικό ισοδύναμο των παπουτσιών σου;
🪶Σχέσεις ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει πάνω και σε ό,τι συμβαίνει κάτω. Έπρεπε να βρεθείς σε έναν ενδιάμεσο χώρο ούτε πολύ κολλημένος στη γη ούτε πολύ κοντά στον ουρανό για να τις δεις.
🪶Τα νήματα που ένωναν τα πράγματα έμοιαζαν να ακολουθούν κανόνες παρόμοιους με αυτούς του συστήματος από σκοινιά και τροχαλίες που είχε χρησιμοποιήσει ο Ραμόν για να ανεβάσει τα έπιπλα. Οποιοδήποτε επιπλέον βάρος, οποιοδήποτε ελάττωμα στην ύφανση κάποιου από τα σκοινιά μπορούσε να κάνει ολόκληρο τον μηχανισμό να καταρρεύσει, ρίχνοντας κάτω ένα τραπέζι, μια καρέκλα ή ολόκληρο τον ουρανό. «Δράση και αντίδραση», μου είπε μια μέρα ο Ραμόν. «Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησα.
🪶«Γιατί σου αρέσει εδώ πάνω;» τον ρωτούσε. «Άκου», της απαντούσε. «Το μόνο που ακούω είναι ένα αυτοκίνητο που απομακρύνεται». «Αυτό ακριβώς».
🪶«Ο θόρυβος του κόσμου», έλεγε στον εαυτό του ο Ραμόν. Λόγια αγάπης. Πληροφορίες. Οδηγίες. Κατηγορίες. Γέλια. Εξηγήσεις. Και καμιά τουφεκιά που, ανάμεσα σε τόσα ακουστικά ερεθίσματα, δεν μπορούσες να ξέρεις στα σίγουρα αν ήταν αληθινή ή φανταστική.
«Μοιάζουν σαν να τεντώνονται».
«Τι πράγμα;» ρώτησε η Παουλίνα.
«Οι ήχοι».
<…>
«Ας κοιτάξουμε καλύτερα τα αστέρια. Κοίτα αυτό που ξεπροβάλλει εκεί στον λόφο, ξέρεις πώς το λένε;» ρώτησε ο Ραμόν.
«Πού να ξέρω;»
«Το λένε Πάουλι».
«Ναι, καλά».
«Είμαι ο φύλακας όλων τους και επίσης ο υπεύθυνος για την ονοματοδοσία».
🪶Μέσα σ’ αυτό το είδος ελαφρού πυρετού που νιώθει όποιος από τη μία μέρα στην άλλη βλέπει τη συνηθισμένη ζωή του να γίνεται ενδιαφέρουσα εκείνο το διάστημα, εκτός από φίλος, ένιωθα και συνεργός του Ραμόν, αντί να ψάχνω στο λεξικό τις λέξεις που μου έβαζαν για εργασία, εγώ έψαχνα δικές μου λέξεις.
Πουλί: Πτηνό, ιδίως αν είναι μικρό. Άνθρωπος: Έλλογο έμβιο ον, άντρας ή γυναίκα. Ο προϊστορικός άνθρωπος.
🪶Δεν ήταν έξι ούτε εφτά, όπως είχα υπολογίσει την προηγούμενη μέρα από το παράθυρό μου, αλλά πάνω από δέκα οι φωτιές που άναβαν όταν έπεφτε η νύχτα, σαν απομεινάρια ενός άστρου που είχε καταρρεύσει κουρασμένο στη Γη.
«Το άστρο των Χωρίς Σπίτι», είπε ο Ραμόν.
«Πότε έφτασαν;» ρώτησε η Παουλίνα, σαν να ήταν γνωστοί της.
«Πριν από μια δυο μέρες».
🪶Να ξηλώσει, παρακαλούμε, εκείνο το γελοίο έκτρωμα. Τι θα σκεφτεί ο κόσμος όταν το δει; Ότι εδώ είμαστε όλοι μας απροσάρμοστοι; Όχι, εμείς είμαστε αξιοπρεπείς άνθρωποι που κάνουν το μπάνιο τους το πρωί, δουλεύουν τη μέρα και κοιμούνται τη νύχτα. Εντάξει, υπάρχουν και μερικοί τεμπέληδες, όπως παντού, αλλά το να είναι ο συγκεκριμένος τεμπέλης το πρώτο που βλέπει κανείς όταν κοιτάζει από το παράθυρό του είναι άλλο θέμα. Τι θα σκεφτούν τα παιδιά; Ότι είναι δουλειά να κάθεσαι εκεί χωρίς να κάνεις τίποτα; Ας ζήσει όπου θέλει, είπε κάποιος, την ώρα που ο γείτονας του 21 σήκωσε το χέρι του στον αέρα σαν να ήθελε να σβήσει το σχόλιο που είχε μόλις ακουστεί.
🪶Η αποκόλληση από τη γη είχε τα μειονεκτήματά της, καθώς σήμαινε την αποδέσμευση από οτιδήποτε αποτελούσε επιπλέον βάρος. Όπως, για παράδειγμα, ένα ρολόι.
🪶Η συζήτηση που είχε ο Ραμόν με τον εαυτό του, ελλείψει παρέας, πέρασε από φάσεις ευφράδειας, ακόμα και χαράς, που θα ήταν αδύνατο να επιτευχθούν χωρίς τη γενναιόδωρη συντροφιά του αλκοόλ. Πέρασε όμως και από σκοτεινές περιοχές -τραυλίσματα, δάκρυα, λόξιγκα που, με τον τρόπο τους, έκαναν δουλειά. Σε τι πράγμα; Μόνο εκείνος ξέρει. Εξάλλου, αυτός ήταν που διέσχισε, μονάχος του, το μονοπάτι της μέθης του. Ένα μονοπάτι γεμάτο πέτρες -το γνωρίζουν οι πότες του κόσμου αλλά τόσο διαφωτιστικό όσο και τα μονοπάτια απ’ τα οποία πέρασαν οι μεγάλοι σοφοί, της κλάσης του Ιησού Χριστού ή του παλαιστή Αντρέ του Γίγαντα.
🪶«Είσαι σίγουρη πως δεν θα κατέβει;»
«Ακόμα κι αν ήθελε να κατέβει, δεν μπορεί πια».
«Εξαιτίας των γειτόνων;»
«Εξαιτίας του ίδιου, Μιγκέλ».
Υπήρχε μια πτυχή της αγάπης, λιγότερο εκτιμημένη, που είχε να κάνει με το να αφήνεις τον άλλο να ακολουθήσει τον δρόμο του. Το είχε καταλάβει η Παουλίνα, το είχε καταλάβει ο Ραμόν, και τώρα είχε έρθει η σειρά μου. Έτσι, σκούπισα τα δάκρυά μου, την αγκάλιασα και μπήκα στο σπίτι.
«Πάλι αυτή η καταραμένη μυρωδιά καπνού», είπε η μητέρα μου. Η ίδια γυναίκα που λίγες μέρες πριν είχε αναλάβει να εκφωνήσει τον περί ειρήνης λόγο στη συνέλευση της γειτονιάς με άρπαξε, με ταρακούνησε και μου έριξε δυο σφαλιάρες που με πέταξαν κάτω. Σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιό μου. Είχα μάθει από την Παουλίνα ότι μερικές φορές είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου να μη δίνεις σημασία στα λόγια και στις πράξεις των άλλων.
🪶Αλλά όχι. Δεν μπορούσες να βγάλεις από τα ρούχα τη μυρωδιά του καπνού, γιατί ο καταραμένος καπνός τα πότιζε και σε τύλιγε σε ένα σύννεφο από το οποίο δεν μπορούσες να ξεφύγεις. Εκείνο το σύννεφο που βρισκόταν εκεί για να σου θυμίζει από πού ερχόσουν και, το πιο σημαντικό, μέχρι πού μπορούσες να φτάσεις.
«Έχετε νερό, έτσι δεν είναι;» ρώτησε το αφεντικό της.
«Ναι, φυσικά, μην ανησυχείτε», απάντησε εκείνη.
Εκείνος, που δεν την πίστεψε και ήξερε πως ζούσε δίπλα στο κανάλι, της πρότεινε να χρησιμοποιεί το μπάνιο του φούρνου για να πλένει τα ρούχα τα δικά της και των κοριτσιών. Τα έκανε χειρότερα.
🪶Όσο φως δεν έδιναν οι προβολείς το αναπλήρωναν τα αστέρια. Δεν ήξερα αν το είχαν προσέξει, αλλά υπήρχαν δύο που εμφανίζονταν στον ουρανό μέρα παρά μέρα, γιατί τα αστέρια, όπως και κάποιοι άνθρωποι (κι εδώ έκανα παύση, για να καταλάβουν ότι όταν έλεγα «κάποιοι» εννοούσα εμάς τους δύο), αποφάσιζαν τι είδους ζωή θα ζούσαν. Τους προβολείς;
🪶Δεν το κατάλαβαν, αλλά το παιδί που συνάντησαν στον δρόμο και τους φάνηκε πως είχε λίγο λασπωμένα ρούχα ήταν το φάντασμα του Εδουαρδίτο, του πνιγμένου, που ήθελε να τους προειδοποιήσει πως υπάρχουν σταυροδρόμια όπου η γραμμή που ενώνει το παρελθόν με το παρόν λυγίζει τόσο ώστε σχηματίζει μια τρύπα. «Άμα πέσεις εκεί μέσα, δεν ξαναγυρνάς», ήθελε να τους πει. Εκείνοι όμως, με την αδρεναλίνη που είχαν μέσα τους, δεν σταμάτησαν να τον ακούσουν και συνέχισαν. Μπορώ να τους φανταστώ να ανεβαίνουν τη σκάλα, να ψαχουλεύουν το σπίτι της πινακίδας και μετά να σκύβουν από την τρύπα που λειτουργούσε ως παράθυρο. Επίσης, μπορώ να φανταστώ τη βροχή από ούρα που έριξαν από ψηλά, γιατί, όπως είχε πει ο Ντονόσο, ο βασικός σκοπός δεν ήταν να κοιτάξουν τους λόφους και την πόλη από ψηλά, αλλά να κατουρήσουν. Τι συνέβη μετά ούτε οι ίδιοι καλοθυμούνται.
🪶Οι ηθοποιοί του θεατρικού έργου που ήταν η ζωή άρχισαν να προβάρουν το σενάριο:
Ο Ραμόν έφταιγε. Το είχαν πει επανειλημμένα: Οι άντρες και οι γυναίκες δεν είναι πουλιά. Οι άντρες και οι γυναίκες ζουν σε πολυκατοικίες, κοιμούνται σε κρεβάτια, δουλεύουν, και όταν νυχτώνει, αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες βλέπουν τηλεόραση, πέφτουν για ύπνο κι αρχίζουν να ροχαλίζουν. Τα αστέρια, η νύχτα, ο άνεμος που φυσά πιο δυνατά την ώρα που κοιμούνται είναι πράγματα που έπαψαν να τους απασχολούν από τη στιγμή που ξεφορτώθηκαν τα φτερά, τη γούνα ή το καβούκι τους. Υπάρχει μια δομή, μια τάξη. Ήταν τόσο δύσκολο να το καταλάβεις; Ήταν τόσο περίπλοκο, Ραμόν;
🪶Θα πετύχαινα κάτι αν απαντούσα ότι έλεγε ψέματα και ότι είχα ανέβει, αλλά όχι μαζί τους; Όχι, γιατί αυτό που είχαν μπροστά τους οι γείτονες δεν ήταν οι ένοχοι για την εξαφάνιση του παιδιού, αλλά η τέλεια αφορμή για να ξεφορτωθούν, μια για πάντα. τον Ραμόν, τους Χωρίς Σπίτι και ό,τι θεωρούσαν πως ήταν στο πρόβλημα», δηλαδή πράγματα ή όντα που δεν λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κανόνες της κοινότητας, που οι ίδιοι ως δικαστές και ένορκοι μαζί είχαν αναλάβει να ορίσουν.
🪶Ο πόλεμος δεν καταγράφηκε σε κανένα βιβλίο, αλλά όσοι συμμετείχαμε σε αυτόν θυμόμαστε ακόμη ότι ξεκίνησε με κάποιον που είχε δίκιο και συνεχίστηκε με λόγια που πήγαιναν κι έρχονταν.
🪶Τη μητέρα μου να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση, χωρίς να δίνει σημασία σ’ αυτά που δείχνει η οθόνη, περιμένοντας τη μέρα που θα μπούμε από την πόρτα για να μας τιμωρήσει με τον χειρότερο τρόπο που μπορεί να τιμωρηθεί κάποιος: να παριστάνει πως δεν υπάρχουμε.
🪶 Η Παουλίνα λέει προχώρα, πρόσεχε, στρίψε, σταμάτα κι εγώ την ακούω με τυφλή εμπιστοσύνη, Από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν καθυστέρηση και από την άλλη πλευρά μια γυναίκα φωνάζει κάτι που δεν καταλαβαίνουμε. Η Παουλίνα σιωπά, γι’ αυτό ανοίγω τα μάτια και κοιτάζω την αντανάκλασή μας σε μια διαφήμιση παπουτσιών Nike. Για να μην τα ξεχάσω, επαναλαμβάνω τα ονόματα των πρωτευουσών: Σαντιάγο, Λίμα, Μπουένος Άιρες, Μανάγουα, Πόλη του Μεξικού. Είναι αργά, αλλά κάνει ακόμη ζέστη.
Βαθμολογία:
#Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #readingasemic book of morphology ~ how to read a dog’s body pg 3
#Asemic #AsemicArt #AsemicWriting
#AsemicText #DeconstructedText
#AsemicBook #Book #Books #Collage #CollageArt #BookIllustration #BookArt
#Art #DigitalArt #BookIllustration #Poetry #SpeculativePoetry #scifidogsorcats
#hashtaggames
https://asemictarot.wordpress.com/2026/03/21/asemic-book-of-morphology-how-to-read-a-dogs-body-pg-3/