🪶 Το μυαλό του πέταξε ἀπό πάνω του τὸν ὕπνο, στρώση στρώση, και οχυρώθηκε ενάντια στην ψυχρή επίθεση της συνείδησης. | JOHN WILLIAMS
[Travelling Europe 2026]
Αξιοσημείωτα από το βιβλίο του JOHN WILLIAMS «MONO H NYXTA»
🪶Αλλὰ ἤξερε ὅτι δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐνεργήσει μὲ τὴ θέλησή του. Ἦταν ἀκόμη στὸ ἔλεος τῆς νοημοσύνης τοῦ ὀνείρου, καὶ μέχρις ὅτου αὐτὴ ἡ νοημοσύνη νὰ ἐπιθυμήσει ἕνα πράγμα, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει.
🪶Ἔβλεπε το προσωπεῖο τῆς συναναστροφῆς, τὸ ψεύτικο, περιττό χαμόγελο ποὺ ἦταν μια σύντομη ἐπίδειξη της στοματικῆς κοιλότητας ἡ ὁποία ἔδειχνε τὰ ὑγρὰ ροδαλά οὖλα, φρεσκοβουρτσισμένα, τὸ γαλαζωπό σμάλτο τῶν ὀδοντιατρικῶν δοντιῶν — τὴ βλοσυρή μυϊκή σύσπαση ποὺ κάρφωνε τὸ πρόσωπο σ’ ἕνα δίκτυο ἀπὸ μορφασμοὺς καὶ ρυτίδες, ἕνα ανατομικό πείραμα σχεδιασμένο νὰ ἀσκεῖ γοητεία.
🪶Ὅμως ἡ ἰδιαίτερη περίσταση τοῦ ὀνείρου εἶναι ὅτι
ὁ ὀνειρευόμενος στερεῖται ἐξουσίας.
Ἂν καὶ συχνὰ φαίνεται πὼς εἶναι προικισμένος μὲ τεράστιες ἱκανότητες,
ἱκανότητες ἀδιανόητες στὴν ἐγρήγορση, ἂν ὁ ὀνειρευόμενος
μποροῦσε ἁπλῶς νὰ ἐξετάσει τὸ ὀνειρικό μυαλό του, νὰ ἐξερευνήσει τὸν ὀνειρικό κόσμο του, θὰ καταλάβαινε ὅτι ἡ μόνη δύναμη που διαθέτει εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐξυπηρετεῖ
τὸ ὄνειρο, την κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται. Ὁ ίδιος εἶναι τὸ ἐργαλεῖο ἑνὸς σκοτεινοῦ φαρσέρ,
ἑνὸς βλοσυροῦ γελωτοποιοῦ ποὺ δημιουργεῖ κόσμους μέσα στον κόσμο, ζωὲς μέσα στὴ ζωή, ἐγκεφάλους μέσα στὸν ἐγκέφαλο. Ὅλη ἡ
ψευδαίσθηση τῆς δύναμής του προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν φαιδρὸ σκηνοθέτη,
τὸ καπρίτσιο τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ προσδίδει καὶ νὰ ἀφαιρεῖ.
🪶 Γιατὶ ἦταν ὄντως ἀπαρατήρητος και μόνος, καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἤξερε. Τὸ ὄνομά του θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀνακαλέσουν κάποιοι λίγοι… κι αὐτὸ ἦταν ὅλο. Τὰ βασικά, οὐσιώδη γεγονότα τῆς ζωῆς του δεν περιλαμβάνονταν στις γνώσεις κανενὸς ἀνθρώπου ἐδῶ. Δὲν θεωρήθηκαν ἀρκετὰ σημαντικὰ γιὰ νὰ ἐξεταστοῦν, πόσο μᾶλλον για να διερευνηθοῦν. Γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας θόρυβος χωρίς νόημα, μιὰ ἔκρηξη χωρὶς ἀναστάτωση.
🪶 Το μυαλό του πέταξε ἀπό πάνω του τὸν ὕπνο, στρώση στρώση, καὶ ὀχυρώθηκε ἐνάντια στὴν ψυχρὴ ἐπίθεση τῆς συνείδησης.
🪶 Στὴ συνέχεια, κοιτάζοντας τὸν καθρέφτη, παρατήρησε ξανὰ τὸ πρόσωπό του. Τὸ μελέτησε αργά, ἀπρόσωπα. Δὲν τοῦ ἄρεσε τὸ πρόσωπό του. Μέχρι ἑνός σημείου, μποροῦσε νὰ τὸ ἀντιπαθεῖ χωρὶς πάθος, χωρὶς συναίσθημα, σὰν νὰ ἀνῆκε σὲ κάποιον ἄλλον. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν μποροῦσε νὰ διατηρήσει τὴν ἀποστασιοποίησή του. Πάντα ἄρχιζε νὰ σιγοκαίει μέσα του ἡ ἀγανάκτηση γιὰ ὅ,τι ἦταν ὑπεύθυνο γι’ αὐτὴ τὴν ἐξωτερικὴ παραποίηση τοῦ ἐσωτερικοῦ του ἑαυτοῦ. Δὲν ἦταν δίκαιο. Μὲ τὸ ἕνα του δάχτυλο ζούληξε τὴ σάρκα τοῦ προσώπου του, παρατηρώντας τὴν περίεργη ἀντίθεση ἀνάμεσα στὰ λεπτά, νευρώδη χέρια του καὶ στὸ χλομό, ἐντελῶς συνηθισμένο, ἀρυτίδωτο δέρμα τοῦ προσώπου του, τὸ ὁποῖο θὰ ὄφειλε να λάμπει, ἀλλὰ δὲν ἔλαμπε, μὲ τὴ λάμψη τῆς νιότης. Γέλασε μὲ τὴν εἰκόνα του στον καθρέφτη. Τράβηξε τὰ κόκκινα χείλη του πρὸς τὰ πίσω, φανέρωσε τὰ δόντια του καὶ γέλασε προκλητικά. Μετὰ σὰν νὰ συνῆλθε, κοίταξε τὸν ἑαυτό του γιὰ λίγο ἀκόμη, ἀφηρημένα, σὰν νὰ εἶχε χάσει κάθε ἐνδιαφέρον.
🪶 Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν δρόμο μέσα ἀπὸ τὰ τζάμια τοῦ καφενείου καὶ τοῦ φάνηκε πὼς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου κι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ σκοτεινιὰ ποὺ τὸν τύλιγε ἦταν δύο ἀντίπαλοι, ποὺ προσπαθοῦσαν ὁ ἕνας νὰ ὑπερνικήσει τὸν ἄλλον μὲ ὅπλα ἐξίσου ἰσχυρά, τόσο ὥστε νὰ μὴν μποροῦν νὰ ἀλληλοκαταστραφοῦν. Εἶχε ἐμπλακεῖ κι αὐτὸς σ’ αὐτὴ τὴ μάχη – ἂν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐμπλακεῖ.
🪶 Οὔτε ἦταν οἶκτος, γιατὶ ὑπῆρχαν ἐπίσης στιγμὲς ποὺ συνειδητὰ τὸν ζήλευε γιὰ τὴν ἐπιφανειακότητά του, ἡ ὁποία ἰσοδυναμοῦσε μὲ άτρωτη πανοπλία.
🪶 «Μερικές φορές σκέφτομαι ὅτι πρέπει νὰ σταματήσω, νὰ τὰ παρατήσω, νὰ τὰ παρατήσω όλα. Νὰ μείνω γιὰ λίγο ἀκίνητος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει νόημα. Τὸ δοκίμασα μιὰ φορά. Ἂν δὲν εἶχα ξεκινήσει ποτέ, θὰ ἦταν διαφορετικά. Ἀλλὰ ἂν ἀρχίσεις να τρέχεις, δὲν μπορεῖς νὰ σταματήσεις».
🪶 «Τί μπερδεμένο χάος ποὺ κάνουμε τις ζωές μας». Ἔκανε μια παύση. «Δὲν ὑπῆρξα πολὺ καλὸς πατέρας, ἔτσι δὲν εἶναι, Ἄρτ; Ἂν ἤξερα… Βλέπεις, ἤμουν νέος, ὄχι στὰ χρόνια, ἀλλὰ στὰ πιὸ σημαντικά. Ὑπῆρχαν τόσο πολλὰ ποὺ δὲν σταμάτησα ὰ τὰ σκεφτῶ, νὰ τὰ καταλάβω. Ὅμως αὐτὰ εἶναι δικαιολογίες. Εἶναι, καὶ ἦταν, δικό μου τὸ λάθος, ὑποθέτω. Τὸ πράγμα ξεκίνησε στραβὰ καὶ τὸ ἄφησα νὰ πάει στραβὰ γιὰ τόσο πολὺ καιρὸ πού… Λοιπόν, δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ διορθώσουμε. Ἂν στὴν ἀρχὴ ἤμουν λιγάκι σοφότερος ἢ λίγο πιὸ εὐγενικός, ἤ… ἂν ἤξερα, τότε, ὅσα ξέρω τώρα! Θεέ μου, αναρωτιέμαι πόσοι ἄνθρωποι τὸ ἔχουν πεῖ αὐτό. Αλλά….. ἂν ἤξερα, τὰ πράγματα θὰ μποροῦσαν νὰ ἦταν διαφορετικά, ἔτσι δὲν εἶναι;»
🪶 Δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ εἶσαι μόνος ὅταν δὲν εἶσαι ἀρκετὰ δυνατὸς γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσεις τις σκέψεις σου. Μπορεῖς νὰ τὸ ἀντέξεις μέχρις ἕνα σημεῖο, και μετά… μετὰ δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ εἶσαι μόνος. Πρέπει νὰ κάνεις κάτι, ὅσο ἀνόητο κι ἂν εἶναι. Πρέπει να κάνεις τὸν ἑαυτό σου νὰ πιστέψει ὅτι δὲν εἶσαι μόνος, ἀκόμα κι ἂν εἶσαι».
🪶 Εκείνη κόλλησε πάνω του, καὶ κινοῦσαν τὰ σώματά τους (δὲν ὑπῆρχε χῶρος γιὰ νὰ κουνήσουν τὰ πόδια τους) στὸν οἰκεῖο ρυθμὸ τῆς μουσικῆς. Τώρα, σκέφτηκε ἐκεῖνος, εἶμαι κι ἐγὼ μιὰ ἀπὸ τὶς μαριονέτες. Τώρα κινοῦμαι κι ἐγὼ ἀπὸ ἀόρατα νήματα· τώρα ποὺ κατέβηκα στὸ λάκκο, εἶμαι ἕνας ἀπὸ αὐτούς.
🪶 «Ποτὲ δὲν περνάω καλά. Καταλαβαίνεις τί ἐννοῶ; Δὲν διασκεδάζω πολύ. Ὅμως ἀπόψε, τώρα, διασκεδάζω. Δὲν ἔχω ξαναδιασκεδάσει τόσο πολὺ ἀπὸ τότε που θυμᾶμαι τὸν ἑαυτό μου». Κούνησε λυπημένα το κεφάλι του. «Είναι ὅλα ἐξαιτίας σου. Ἂν δὲν ἤσουν ἐσὺ ἀπόψε, ἐγώ… Εὔχομαι νὰ μποροῦσαν ὅλα νὰ συνεχίσουν ἔτσι. Καὶ ὅλα εἶναι ἐξαιτίας σου».
Σταμάτησε, ἔγειρε πίσω στὴν καρέκλα του, τὸν ἔκαιγε μια μανιασμένη ἀλλὰ εὐχάριστη ντροπαλοσύνη, τὸ ὁμιλοῦν μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του ἐμφανῶς ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ λόγια καὶ τὴν εἰλικρίνειά τους. Όμως ένα άλλο κομμάτι του, ὁ ἀκροατής, ὁ ἀποστασιοποιημένος, καιγόταν ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ εἶδος ντροπῆς καθὼς συνειδητοποιοῦσε τὴν ἀνεπάρκεια καὶ τὴν ἀδεξιότητα αὐτῶν ποὺ ἔλεγε.
🪶 Αὐτὸ ἦταν τὸ πράγμα ποὺ ἔφερνε τοὺς ἄντρες και τὶς γυναῖκες κοντά: ὄχι ἡ συνάντηση μυαλῶν ἢ πνευμάτων, ὄχι ἡ ἕνωση τῶν σωμάτων στὴ σκοτεινή τρέλα τῆς συνουσίας – τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἦταν ἡ μικρὴ μικρὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ ἕνας δεσμός,
ἕνας δεσμός πιο εὔθραυστος κι ἀπὸ τὴν πιὸ λεπτὴ δαντελένια κορδέλα. Γι’ αὐτὸ ἀγωνίζονταν μαζί, ἀδιάκοπα, καὶ πάντοτε πραγματικὰ μόνοι· γι’ αὐτὸ ἀγαποῦσαν καὶ μισοῦσαν, συνέλεγαν καὶ διασκόρπιζαν. Μονάχα γι᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ κλωστὴ ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ
νὰ δοκιμάσουν νὰ τεντώσουν ἀπὸ τὸν φόβο τῆς καταστροφῆς της, μόνο γι’ αὐτὴ τὴ λεπτή κλωστὴ ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ τὴ δέσουνε σφιχτὰ
ἀπὸ φόβο μήπως κοπεῖ στὰ δυό. Πόσο μόνοι εἴμαστε, σκέφτηκε. Πόσο, πάντοτε, μόνοι.
🪶 Δὲν μποροῦσε νὰ προσδιορίσει ἀκριβῶς τὸν λόγο τῆς
ἀπουσίας της – ἴσως νὰ μὴν τὸν εἶχε μάθει ποτέ πραγματικά.
Τὸ γεγονὸς καὶ μόνον τῆς ἀπουσίας της καθιστοῦσε
τὸν λόγο αὐτῆς ἀσήμαντο.
#Bookadict #Bookhoarder #Bookillustration #Bookishlove #Bookishquotes #Bookishsanctuary #Booklover #Bookmania #Booksandcoffee #Bookshelf #Booksofinsta #Bookstagramer #Bookstagramfeatures #Booktoday #Booktube #Lovequotes #MotivationalQuotes #Quotes #Quotes #Quotesilove #Quotesoflife #Thewriterswarmth #Wordpressblogger #book #books #excerpts #σκέψεις #Αξιοσημείωτα #αποσπάσματα #αποφθέγματα #γνωμικά #λόγια #maxims #reading








